Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Πέρασαν τόσα χρόνια..

..και βρεθήκαμε μονάχα μια μέρα,
γιατί δε με κοιτάζεις;
Μου είχες πει,
αυτή η άνοιξη θα 'ναι το δώρο σου, γλυκιά μου,
δε θυμάσαι;
Να την η άνοιξη, εσύ που είσαι,
να την η άνοιξη, είναι δική μου,
εσύ το είχες πει.
Γιατί δεν με κοιτάζεις....
Με πεθαίνεις, δεν το καταλαβαίνεις;
Είναι δική μου η άνοιξη,
την είχες τάξει.
Γιατί δεν με κοιτάζεις;
Γιατί δεν με κοιτάζεις;


[Η Οδύσσεια του Μήτσου, σελ. 69, Μπάμπης Τσικλιρόπουλος, εκδ.Κέδρος]

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Γράμμα εν κενώ

Έχω καιρό να γράψω ένα γράμμα. Καμιά φορά ενσωματώνεσαι στα προβλήματα, τυχαίνει να λείπει διακοπές η επίλυσις, ώσπου ξεχνάς πως υπάρχουν αυτοί οι αιώνιοι σύντροφοι κάπου χαμένοι στο ίδιο μπαράκι, στην ξέφωτη γωνία.
Δεν μπορώ να υποσχεθώ μια νέα αρχή. Είναι που οι βουτίες σου έρχονται χωρίς να το καταλάβεις, από ένα άξαφνο σπρώξιμο στην άκρη του βατήρα, από ένα άξαφνο χέρι ένα μεσημέρι άξαφνο, ηλιόλουστο. Το να κάνεις το σωστό είναι συχνά ένα όπλο που βάζεις στο στόμα σου και δεν έχει σημασία αν το αποστρέψεις, αφού αν το χάσεις έχεις ήδη πεθάνει.
Μερικές μέρες θυμάμαι εκείνα τα απογεύματα που γίνονταν γρήγορα βράδια από τα ατέλειωτα τηλεφωνήματα, από τη μεταφορά πληροφοριών που δεν έβγαζαν πουθενά. Έτσι για να 'χουμε να ακούμε ο ένας τον άλλον. Όπως όλα τα άνθη, είναι κι αυτό μια πρασινάδα που μια μέρα μαραίνεται. Όμως η έννοια, η "άνθηση" είναι κι αυτή μια οντότητα που δεν χάνεται ολότελα ποτέ. Γι' αυτό είναι όμορφο να αγαπά κανείς. Είναι φοβήτρου αίνιγμα να παλεύεις.
Έχω καιρό να γράψω ένα γράμμα. Αλλά δεν έφυγα. Είναι καιρός που αφήνω πράγματα. Αλλά δεν παραιτήθηκα.


.........................................................Όπως πάντα

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Η δημοκρατία καταπίνεται τα μεσημέρια (Amber Alert:Αγνοείται καταστατικό μετρίου αναστήματος)

Η ιστορία ένος καταστατικού που ματαίως χάθηκε στην λήθη..Ο μύθος της ουτοπικά αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο Πανεπιστήμιο Καλαμάτας, όπως δεν θα τον συναντήσετε ποτέ στα εγχειρίδια λαογραφίας-μυθοπλασίας.

Στο Τμήμα Φιλολογίας ανακοινώθηκε προ μηνών η επικείμενη ψήφιση καταστατικού, γεγονός που , όπως φαινόταν, σύντομα θα αποτελούσε καθεστηκυία πραγματικότητα στο καλαματιανό ίδρυμα φλύαρων επιστημόνων. Περιμέναμε εναγωνίως, στρώσαμε κόκκινο χαλί, αδειάσαμε τους φραπέδες και μαζέψαμε τις γόπες από τον προαύλιο χώρο,αλλά καταστατικό πουθενά: φωνή βοώντος εν τη ερήμω!

Σήμερα εξακολουθούμε να στηριζόμαστε στον εύθραυστο ώμο παραταξιακών υποσχέσεων. Μπορεί να δηλώνουμε άθεοι για να ρίξουμε τις κνίτισσες γκόμενες, αλλά ως άλλοι Ισραηλίτες περιμένουμε τον Μωυσή-πολιτικάντη-άφαντο πρόεδρο του Δ.Σ., τον εκλεγμένο σχεδόοον νόμιμα, να μας οδηγήσει στην γη της Επαγγελίας, όπου μπορεί κανείς να μαζεύει με την απόχη του τα ανέμελα καταστατικά που αλανιάρικα πεταρίζουν πέρα-δώθε.

Όπως και να 'χει, εμείς καταστατικό δεν είδαμε! Μας έταξαν στην τελευταία συνέλευση πως θα ενημερωθούμε και θα ψηφίσουμε τα σχετικά μια ανάσα πριν από τις διακοπές του Πάσχα. Πέρασε το Πάσχα, μέχρι και ο Ιησούς αναστήθηκε, το καταστατικό αναζητάται ακόμη από το τοπικό Α.Τ. όπου κατετέθη η δήλωση εξαφάνισης. Στην προσπάθεια ανεύρεσης (αν και πιο πιθανό είναι να πάθουμε ανεύρυσμα) μετέχει το Φως στο Τούνελ και το χαμόγελο του γουδιού παιδιού.

"Και τί το θές τώρα ρε μαλάκα το καταστατικό; Δεν σε καλύπτουμε και βάλθηκες να μας εξοστρακίσεις τους εκλεγμένους καρεκλοκένταυρους; τι καρεκλοκένταυροι δηλαδή που ούτε μια καρεκλίτσα να παρκάρουμε τη κουρασμένη από την γενική αποχή και ξεκούραση κορμάρα μας δεν φέρατε."
Το πρόβλημα δεν καταδεικνύεται προσωποπαγώς, όχι οτι έχουμε και κανέναν ενδοιασμό να το κάνουμε. Το θέμα είναι η προβληματική της άσκησης του δημοκρατικού φοιτητικού δικαιώματος εντός των πολιτικών πλαισίων. Το θέμα είναι πως η εσωτερική διαχείρηση του τμήματος (υλικά και αναλυτικά) ανήκει σε κάποιον άλλον εκτών ημών. Το θέμα είναι οτι ουδείς κανόνας θεσμοθετεί τυπικά τις συνελεύσεις μας. Το θέμα είναι οτι οι αποφάσεις μας πάσχουν από ευθιξία και ευμεταβλητότητα. Η ψήφος μου αποβαίνει εν τέλει αμφισβητήσιμη.

Γι'αυτό στις 13 Μαίου, όπου κι αν κατευθύνεται η επιλογή μου, δεν ψηφίζω απλώς: απαιτώ! Δεν ξεχνώ, δεν αμελώ!

Αν δείτε το καταστατικό πουθενα -για να μην ξεχνιόμαστε- πείτε του να πάρει ένα τηλέφωνο εκείνη του φουκαριάρα τη μάνα του που γέρασε πριν την ώρα της, εμείς της λέμε πως είναι καλά στην υγειά του και οτι μάθαμε πως μπάρκαρε ανεπιστρεπτί.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Απογεύματα..



Κι έτσι απλά είχε αυτοπροσδιοριστεί ριψάσπις. Το πρωί έριχνε αδιάφορα το μπλε φουλάρι στο λαιμό.
Ήταν δεκάδες τα παρερχόμενα πρόσωπα. Ήταν χιλιάδες τα ίδια λόγια. Το μεθύσι από το κρασί ήταν περίπου το ίδιο.
Τα απογεύματα φυσούσε απαθώς τον καπνό, κάποιες στιγμές φυσούσε ακόμη τους δυσάρεστους άξαφνους στοχασμούς. Ενδότερα έρρεαν αγωνίες.
Έτσι απλά αυτοαποκλήθηκε προδότης. Στις μάχες έριχνε λευκό. Πού καιρός για αναταραχές στο εσώτερον!; Το αράδιασμα αποβαίνει στυφό.
Θα έρθει η στιγμή
που το φουλάρι δεν θα καλύπτει το παλίο σημάδι που ευλαβώς συντηρείς.
Τί σημασία έχει που γέρνας όπως άλλοτε; Πρέπει να μάθεις να πετάς.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

God please! I need one more life to waste..

Πρίν από έναν χρόνο περίπου, κάπου στην πλατεία Ταξιαρχών, συνάντησα έναν νεαρό μειωμένης διανοητικής αντιλήψεως, όπως ήταν εξ' όψεως φανερό. Στριφογύριζε σε μικρή ακτίνα από τον ομώνυμο ναό κοιτάζοντας αριστερά-δεξία διερευνητικά, κάπως αγχωμένα. "Με συγχωρείτε, κύριε, μπορώ να σας βοηθήσω;", ρώτησα. Μου έριξε μια ματιά ενόχλησης και συνέχιζε να αναζητά κάτι με το βλέμμα και αυτό το κάτι θα πρέπει να ήταν ον παράδοξης δυνητικότητος, διότι ο νεαρός επέμενε να το αναζητά πότε στο έδαφος, πότε ψηλότερα. "Ψάχνετε κάτι;", ξαναρώτησα. "Τον θεό", μου απάντησε ο στερημένος λογικής, αλλά ποιός από τους δυό μας τώρα ήταν ο φρενοβλαβής;

Γι'αυτό σου λέω συνεχώς: Είμαστε εγκλωβισμένοι στο τι είναι καλύτερο για τον άλλο..
Γι'αυτό σου λέω, μικρής αξίας είναι..χρειάζομαι μια ακόμη ζωή να τη σπαταλήσω για το τίποτα.
Γι'αυτό επιμένω..χρειάζομαι άλλους τόσους ανθρώπους να παρέλθουν σαν να μην ήρθαν ποτέ, χρειάζομαι άλλες τόσες εμμονές να με αποτρελάνουν, χρειάζομαι άλλη μια ζωή κι όχι το φάρμακο κατά της θνητότητας..άλλωστε έχω κι ένα σύμπαν να σώσω!

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Επειδή...

"Και γιατί τόσο πάθος να κρύβεσαι πίσω από μισές φωτογραφίες; Αυτή η αιματηρή προσπάθεια να γίνετε μισητή..γιατί; Η αγάπη εκείνη για τη δημιουργία απατηλών "πρώτων εντυπώσεων", η αλαζονική ειρωνεία, τα πετσοκομμένα αποσπάσματα, γιατί; Γιατί τόσες λέξεις γεννησίπονες; Τόσος τρόμος, Ελεονώρα, γιατί;"

Εκείνη αναστέναξε βαριά. Ξεκλείδωσε το μικρό ντουλαπάκι στη γωνία κι έβγαλε ένα μικρό τετράγωνο δοχειάκι φαγητού. Το άνοιξε. "Γιατί,γιατί..Γιατί είναι η πούτσα σου μικρή", απάντησε κι μπουκώθηκε με την σκορδαλιά.


(Δεν το περιμένατε, έτσι;)

Black soul choir



Και τώρα πρέπει να χτίσουμε ένα νέο κομμάτι για έναν ή ίσως για δύο.
Αναζητούνται, ως εκ τουτου, στάχτες προς άγραν. Διαβολεμένες ψυχές προς πώλησιν συμφέρουσα. Μιας κι αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος εντεύθεν δεν ήταν παρά η μεγαλύτερη απάτη του αιώνος. Παρά ταύτα, ακόμη και ο στεφηφόρος στο τέλος ανασταίνεται.

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Κάθε

Κι όμως το αντιλαμβάνομαι κάθε πρωί: κάνω μια ζωή που σε τίποτα δεν θυμίζει όσα υπαγόρευαν οι εφηβικές ονειροφαντασίες μου. Ακόμη χειρότερα: κάνω μια ζωή που δεν μου αρέσει.

Το διαισθάνομαι κάθε Παρασκευή βράδυ: οι άνθρωποι γύρω μου κι εγώ δεν έχουμε κανένα απολύτως κοινό. Ίσως μόνο εκείνο το αίσθημα μιας σταθερής ανικανοποίησης, όταν δεν βρίσκεις κάποιον να συνεννοηθείτε επιτέλους.

Κι εκείνη η προδιαγεγραμμένη μοίρα, η πολλά υποσχόμενη πολλάκις αποτέλεσε άλλοθι μοναξίας, αλλά να που σήμερα ανακάλυψες μέσα σου ένα τέρας και καμία μεγαλύτερη απογοήτευση από την συνειδητοποίηση οτι χειρίζεσαι ένα ταλέντο τόσο μα τόσο συνηθισμένο..

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Αναβολές

Πάλευε μέρα με τη μέρα. Θύμιζε αναβολή καιρών που είχαν ήδη περάσει.Θα ήθελε να λυγίσει για λίγα λεπτά τα γόνατα, θα ήθελε να αφεθεί στον θάνατο ή να κομματιαστεί στη σιγή. Κάπου στα μέσα της βραδιάς άρχιζε να ελπίζει ατενίζοντας μέρες δικαιότερες.Κι είναι κρίμα που οι προσευχές ραγίζουν σαν θεοστόλιστα βάζα, απρόσμενα. Και θα είχε εξαφανιστεί, μα τώρα πίστευε πως εκείνη η προσπάθεια-οπού η ήττα δεν λογίζεται για επιλογή- ανήγετο τώρα σε υψίστης σημασίας εντολή. Δεν μπορούσε να χάσει.Δεν μπορούσε να φύγει.Δεν υπήρχε παρά χάος πέρα από εδώ.Γι'αυτό τα κάστρα στον μεσαίωνα χτίζονταν πρόχειρα..γιατί όλα χρειάζεται μια στιγμή να γίνουν στάχτη και να ξαναχτιστούν με μόνο σκοπό τον βέβαιο θάνατό τους.

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

MayB

If the song gives up so quick
echoes come undone in the near-ending
let wailing die before it stops

you said pretty things so real
you insist on believe
but maybe i am a quitter

dreams for dreamers
shit for realists
see i keen on
but maybe i am a laughter

greys on mind
and your memory's so stuck on the walls
i'm living in a world of yours
well maybe i don't wanna go back home
maybe i don't wanna go back home

those ashes deprive us a lot
you tried to explain, i tried to laugh
although rain drops,hon, they never ask
i'd so tried to survive

maybe i am a non-brave

promises are flying like she holds on
i heard her crying on morning
she said they guide her,i swear they don't
so cut your easy pride of
maybe she's just a mental disorder
maybe she's rocking no more


Jester's the fate that offers
unknown remains what tommorow knows
maybe i'll find you inside my closet
with your black venom shirt i adore and some smell of nafthaline
maybe i hear your calling from
or maybe i'm just someone lost in a stranger's dreaming
or maybe i am only a quitter

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

Πολύ ταρίφας για να πεθάνει (επεισόδιο 2: σχιστομάτικη κατάρα)

Ήταν Καθαρά Δευτέρα, οπότε ο Σούλης παρέλαβε φρεσκοπλυμένο τον κιτρινιάρη έρωτα της ζωής του από το πλυντήριο αυτοκινήτων, εξ'ού η διάθεση του ήταν κάτι παραπάνω από high, αφού ο προαναφερθέντας Καλύτερος Ταρίφας για το 1957 μπορούσε πλέον να φωνάζει "high στο διάολο" στο φανάρι μέσα από τα αστραφτερά τζάμια της ταριfiat αμαξάρας του. Η συνέχεια, όμως, έμελλε να βγάλει άκυρη ακόμη την κούτα με τα zanax που ο Σούλης συνήθιζε να κουμπώνει τα πρωινά στη δουλειά.

Όπως προείπαμε, ο Σούλαρος δεν υπήρξε πρότυπο ψυχραιμίας, αλλά ένας ρηξικέλευθης φύσεως μαλάκας, ξεχειλισμένος από τσατίλα και διάθεση για άνευ αιτίας μπινελίκι. Ίσως έφταιγε η πίεση της δουλειάς, ίσως και η εν τη γεννέσει ανεβασμένη του πίεση. Μην ξεχνάμε οτι ο Σούλης είχε πίσω του και μια οικογένεια την οποία υπεραγαπούσε σχεδόν όσο και το ταξί του τις Παρασκευές, τις οποίες θεωρούσε αργίες και απέφευγε να τους σπάει στο ξύλο. Βέβαια, δεν είχε και άδικο..δυό δουλείες έκανε για να τους έχει στα ώπα κι εκείνοι τον έγραφαν στα αρχίδια του παππού. Γιατί ξέχασα να σας πω πως τα βράδια που ο Σούλης δεν κατέβαζε ιδεές για απάτες με το ταξίμετρο, κατέβαζε τα παντελόνια του στην πλατεία Μαβίλης για να βγάλει τουλάχιστον τις βενζίνες, όταν έπεφταν αναδουλειές.

Όμως για να μην φλυαρώ και μου καεί το φαγητό, ας μπώ στο ζουμί.
Τρίτη μεσημέρι κι ο Σούλης επιστρέφει στο σπίτι να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του και να πιάσει κανένα συζυγικό κώλο, για να επιστρέψει στο καθημερινό του μόχθο, που πλέον είχε μετατραπεί σε πάθος χειρότερο κι από τον τζόγο. "Γυναίκα, τί διάολο θα φάμε γαμώ το μουνί της πάπιας;", ρωτά, "Παρήγγειλα κινέζικο" απάντησε η σύζυγος (αλβανικά:το τσίζυγκο) με μια αδιαφορία που έκανε τον Σούλη έξω φρενών, ειδικά όταν παρατήρησε πως η γυναίκα του τον τάιζε παπάρια σχιστομάτηδων επειδή παρακολουθούσε μια μαλακισμένη σαπουνόπερα στην τηλεόραση και το χειρότερο; Επρόκειτο περί ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΑΣ υπό τον τίτλο: "Που Τσου: ο γόης των ζουμπάδων"

Δεν φτάνει που τους έτρωγε στη μάπα στις κούρσες, ήταν τώρα αναγκασμένος να τους βλέπει και στο σπίτι του τους γαμημένους τους Κινέζους. "Εσύ ρε μούλε χοντρέ δεν μιλάς;", ρώτησε πληθωρικός από πατρική στοργή τον γούδακλα υιό του, που όμως είχε χαζέψει με ένα συλλεκτικό ατάρι, αποκύημα της καταραμένης κινέζικης τεχνολογίας.

Ο Σούλης πέταξε το κωλοφαγητό τους από το παράθυρο, τους σκυλόβρισε για να μην αφήσει απωθημένα κι είχε να κοινωνήσει την Κυριακή και χτύπησε την πόρτα πίσω του.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Όμως οι νύχτες διανύονταν με τη συνοδεία ενός απροσδιόριστου φόβου. Ο ένοικος του διπλανού σπιτιού εξύβριζε φριχτά, περαστικοί τραγουδούσαν ωδές της παροίνιας.Με κυνηγούσαν, παρά τους χρωματιστούς προαναφερθέντες θορύβους που κάνουν τις δεισιδαιμονίες να οργιάζουν, πλάσματα φανταστικά κι αλλόκοτα, όργανα διαβολικά έτοιμα να μου προσφέρουν τους καρπούς δέντρων στιγματισμένων από αμαρτία. Γι'αυτό από παιδί ανανεώνω συνεχώς τον επικήδειο. Ύστερα τσαλακώνω το χαρτί στα τέσσερα ή στα οχτώ, το κρύβω στο αγαπημένο μου βιβλίο, ξεχύνω τα απόκρυφα περάσματα για να μην αφεθούν κλειδωμένα τα μυστικά και έπειτα κλείνομαι στην ντουλάπα και γράφω. Κάποτε ο Α. επέμενε πως φταίει ένας φόβος ανομολόγητος για το γήρας κι εγώ σαρκάζοντας έλεγα "γέρασα πια". Έπειτα ήρθαν μια-μια καλοδεχούμενες οι καταστροφές μέσα στο ποτήρι μου. Ο χρόνος έπαψε να ανακυκλώνεται, η ζωή στάθηκε μια έννοια που έληξε κι οι φόβοι που μου 'δεναν τα βλέφαρα απέτυχαν να διαψευστούν. Κι αυτό το συναίσθημα του πολέμου, όπου όσο κι αν μάχεσαι είσαι αδιάκοπα ηττηθείς, πονούσε μονάχα τα ξημερώματα.

Πολύ ταρίφας για να πεθάνει (επεισόδιο 1: η γνωριμία)

Σενάριο τριών επεισοδίων

Ο Σούλης ήταν γνωστός τσάτσος του ταξιμέτρου. Είχε έναν γίο στην εφηβεία, ολίγον τι στρουμπουλό - εγκλωβισμένο μπόι απαιτούσε να το λέμε η γιαγιά- κολλημένο με την Χριστίνα από τα Αγγλικά, το nitendo και ανάξιο μαλάκα. Είχε επίσης μια κόρη, λίγο πιό νορμάλ, αν και αντιμετώπιζε μια παράξενη εμμονή με την τακτοποίηση της ντουλάπας. Στο τέλος, βέβαια, το μυστήριο της εμμονής επιλύθηκε κι αυτό, όταν ο Σούλης ανακάλυψε ανάμεσα στα μετεφηβικά σουτιέν της κόρης, τον κουνιάδο του, έναν παλιό γείτονα, έξι αγγούρια, δύο φούξια μαστίγια και έναν παππού με κάμερα.

Ο Σούλης, που λες, ήταν καλό παιδί, με μοναδικά ελαττώματα τον οξύθυμο χαρακτήρα και την καλαματιανή καταγωγή του. Δούλευε ταρίφας από 20 χρονών, με ελάχιστα επαγγελματικά διαλείμματα, όπως τότε που τον συνέλαβαν όταν τράκαρε χάνοντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου, επειδή είχε μπερδέψει το GPS με το Grand Turismo.

Στην Αθήνα του 2009, έπαιρνε συχνά κούρσες με Κινέζους, που όμως είχαν αποποιηθεί πλέον την ιδιότητα του τουρίστα και είχαν μετατραπεί σε μόνιμους κατοίκους Ελλάδας και δη Αθηνών, πράγμα που έκανε την πορσελάνινη μασέλα του Σούλη να τρίζει από τη σύγχυση εκτοξεύοντας παράλληλα πάσης φύσεως μπινελικολογίες.

Επ; Είσαι η Βίλλυ Μπέλο από το Φέισμπουκ;!

-Αχεμ,ήμουν επίσης η κοπέλα σου στο γυμνάσιο..

Facebook: Φέρνει τους πρώην,τους μαλάκες και τις βλαμμένες διπλανές που θέλουμε να ξεχάσουμε κατευθείαν μέσα στο σπίτι μας.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Γαμώτο!

Αυτό το βιβλίο δεν τελειούται ποτέ..Το ήξερα!
Ήμουν, λοιπόν, για χρόνια βέβαιος. Όμως είχαν περάσει πια εννιά έτη, οπότε οι πλανήτες είχαν επιστρέψει στην πρώτη τους θέση. Και παρίστανα όλα αυτά τα χρόνια ένα χαρούμενο δέντρο που λυγίζει λειψό από άνεμο. Μα οι χρησμοί πάντα τα λογαριάζουν αντίθετα κι έμελλε να πεθάνω στα 18, όταν είχα φτάσει ήδη στα 26. Το μόνο που με ανησυχούσε ήταν που είχα ένα σωρό παραμύθια που παρέμειναν άγραφτα. Τώρα, βέβαια, έπρεπε να νοιαστώ..πού να σ'αφήσω που είναι κουφός ο κόσμος και φτωχός ο αντίλαλος; Έκρυβα μια βαλίτσα αέρα στις αποθήκες μου και δεν υπήρχε παραλήπτης να την φυλάξει.Γι'αυτό σου λέω, η ζωή είναι μια κακής ποιότητας παραίσθηση. Έτσι, τα πιο ωραία παραμύθια δεν θα γραφτούν ποτέ. Μιας και τα δέντρα χρειάζονται τώρα άνεμο για να λυγίσουν. Ξέχασα να σου υπογραμμίσω: να κοιμάσαι μόνο τη μέρα, οπότε δεν έχεις τίποτε να χάσεις..

Ανάθεμα.
Όλα τα πίστεψα και τώρα γυρίζω τα απογεύματα μουγκός. Όλα τα διηγήθηκα. Όλα τα έτρεξα ως το τέλος. Τώρα θέλω να κοιμηθώ. Αρκετά με τα σώματα. Τώρα θέλω μόνο τα χέρια σου.
Εγώ
Δεν πεθαίνω.
Εσύ
Δεν εγκαταλείπεις.

Κι έτσι είμαστε καταδικασμένοι
να σκοτωθούμε αχίλλεια
χτυπημένοι στη φτέρνα

Αυτό το τραγούδι φέρνει εικόνες μ'εσένα

Οπότε έρχεται άξαφνα η απάντηση,
ο στίχος που παλεύεις να κρατήσεις στην άκρη των χειλιών

για να τον ξεστομίζω αιώνια
πάνω από την ανάσα σου όταν κοιμάσαι
ονειρευόμενα έναν κόσμο περισσότερο δεκτικό
"Ο σωστός δρόμος, ο ανήφορος,
ισχυρίζονταν τα καζαντζάκεια γραπτά
κι εγώ φοβάμαι
στην έρημη πόλη"
Θυμάσαι; Λέγαμε: "κάποιες φορές θες απλώς να ξαπλώσει ήσυχα και να πεθάνεις"
Τώρα σταμάτησε να βρέχει κι είμαστε σχεδόν εκεί
Έψαχνε απλά έναν δρόμο προς διαφυγή.
"σ'αγαπώ", ψιθύρισε
και έσβησε το φως.
Θέε μου, άφησα το νερό να γλυστρήσει μέσα από τα δάχτυλα μου. Ξέχασα αμελώς να υποσχεθώ μια αόριστη επιστροφή. Τώρα γυρίζω σπίτι μέσα από ξένους δρόμους και δεν με περιμένει κανείς. Οφείλω πλέον να αποδείξω τα αυτονόητα, γι'αυτό πάψε να αναρωτιέσαι που ψάχνω μια φωτογραφία αναμοχλεύοντας στα χαλάσματα. Άραγε υπήρξα, άραγε ανάσανα ποτέ πραγματικά;