Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

αβγδ

"Μακάρι",ψιθύριζε με τον πόνο σαν μούδιασμα στην άκρη των χειλιών
κι έπειτα έβγαινε με δυο δρασκελιές στον κήπο και ξερίζωνε τους κορμούς των νεαρών δέντρων.
Έζησε μια ζωή αφανής. Οι γείτονες τον λέγανε χαζό αφού δεν έβλαψε κανέναν.
Κι όλη η κριτική κι η αντίδραση ερχόταν από το χωριό, όχι στην απλή θέα ενός ανθρώπου που ανοσιουργεί και διαφθείρεται, μα στην διαπίστωση μιας απάτης που τους ίδιους δεν ωφελεί.
"Κουράστηκα", έλεγε, "κουράστηκα" κι έτσι γέρασε σε μια νύχτα.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Εικασίες




Ένιωθε πως έπεφτε χάμω στα πόδια της
και την καρδιά του να ικετεύει με λυγμούς
λόγια αγάπης
κι εκείνη κοιτούσε το τηλέφωνο κι έλεγε
"κι εγώ σ' αγαπώ κι ας είσαι κι εκείνο και τούτο και τ' άλλο"
Αυτός όμως κάπου το 'ξερε
πως το συναίσθημά της ήταν μια ολόκληρη αλήθεια
κι έτσι έσκυβε ικεσία στο γόνατο
κι έλεγε "συγχώρησε μου.."
κι εκείνη έδινε άφεση μα δεν συγχωρούσε ποτέ.
Κι η κακία της όλη ήταν
αυτή δα η αλήθεια που έκρυβε
μέσα σε μια φλέβα του καρπού της
κι η απέραντη παράδοση του κορμιού της
κι αυτός θα 'χε μείνει αμετάκλητα ικέτης
αν μια μέρα δεν τον προσφωνούσε δειλό

Τ' αμάρτημα


"Μ'ακούς πάντα, αλλά έπαψες πια να κατανοείς τα λόγια μου", του είπε και έλυσε τη ποδιά. Μια ανάσα μετά, τη πέταξε κάτω με αγανάκτηση, πιότερο θλιμμένη παρά από οργή. Εκείνος κρατούσε το βλέμμα προσηλωμένο σε έναν ρόζο του ξύλου εντυπωμένο στο μπράτσο της απέναντι καρέκλας. Εκείνη έσπευσε να του γεμίσει το ποτήρι με νερό. Αιώνια πιστή κι αμετάκλητη. Δυο 'βδομάδες πριν είχε πετάξει τα ρούχα του έξω από τη καρδιά της, μα εκείνον τον κρατούσε σφιχτά σαν δεμένο και πάνω του έκανε κόμπους τη προσευχή μιλώντας του για κόσμους αλλότινους, μαγικούς, που ούτε ήξερε αν τάχα πίστευε στην ύπαρξη τους. "Τα κατάλαβα όλα μεμιάς", μουρμούριζε εκείνος με το εύλογο παραπόνο, "όταν πετούσες τα ρούχα στο κατώφλι κι έβλεπα τα μάτια σου τέτοια που δεν γυαλίζουν πια κι έμοιαζαν αλμυρά τα μάγουλά σου. Σάμπως θες,τάχα δεν θές; Ποιός το ξέρει και ποιός τυχερός πολύ είναι για να το μαντέψει;". Κι εκείνη έτσι σάστιζε χωρίς να μιλά, έπειτα έπιανε να του τρίψει τα παπούτσια και δεν μπορούσε να ζητήσει συγγνώμη γιατί όλο της τ' αμάρτημα το έβλεπε στον πόνο του και στη κόρη του ματιού του τη καρφωμένη στην αντικρινή καρέκλα. Κι εκείνη σκεφτόταν να τον φιλήσει στο μέτωπο με την κρυφή προσδοκία να κλέψει τις άδικες τούτες μνήμες που έκαναν τη ζημιά κι όλο της τ' αμάρτημα το έβλεπε στο ποτήρι με το νερό και δεν άγγιζε, μη τύχει και φέρει κανέναν πόνο ξανά, τέτοιον που να οδηγεί τα σπινθηροβόλα βλέμματα στην αδρανή παρατήρηση μιας παλαιάς κι ανούσιας καρέκλας.

hey darkness


Τραγουδούσαν,
κι έτσι
δεν μπορούσαν να ακούσουν

ο,τι ήταν πραγματικό και υπήρχε
μια πνοή μέσα σε θάνατο

μια ελπίδα που κατάφερε να ξεβραστεί
σώα και ζωντανή

μα δεν του άρεσε να απομονώνεται

κι όλα εκείνα τα αντικοινωνικά τεχνάσματα
δεν ήταν παρά η αιματηρή του προσπάθεια

ν' ακούσει το τραγούδι
που ερχόταν
από το θρόισμα των φύλλων κι από τη σιωπή που δανείζεται
ο ήλιος όταν δύει

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Ο Σάιμον ένας

Ο Σάιμον δούλεψε
σκληρά για να λαξεύσει
το μέλλον και το μέταλλο
και κάπου για να γεννήσει
μια καταστροφή ολότελα πραγματική.

Ο Σάιμον νόμιζε λοιπόν
πως δεν τα κατάφερε
αφού τα κάγκελα είχαν σκουριάσει
του 'λεγα θα 'ρθουνε μέρες με ήλιο
και σιτάρι για θέρισμα,
θα 'ρθουνε μέρες να κυληστούμε σαν τα παιδιά.
Μα ο Σάιμον κοιτούσε τα χέρια του
κι έβλεπε μόνο σκουριά
που του θόλωνε
στη παλάμη τη γραμμή της ζωής.

Μια μέρα ο Σάιμον
μου πέταξε στα πόδια το κλειδί
κι είπε "φεύγω".
Δούλεψε σκληρά
για να λαξεύσει της φυγής μας το πέταλο
μα δεν ήρθε.

Φέυγοντας έδεσε στον ώμο τους κόπους του
κι ανέβηκε πέρα απ' τους λόφους το βουνό
τάχα για να προσευχηθεί
κι όπως τραγούδαγε τη φυγή
έπεσε και γκρεμίστηκε
μα σαν κοιτούσε τα χέρια του
τί έβλεπε πέρα από τέλος
σκουριά του τα χάλαγε όλα
που ήταν ο μόχθος κι η έγνοια του
θα 'πρεπε να του 'χα πει
πως δεν βρίσκει δρόμο ούτε με πτώσεις πλαστές
η ανακούφιση

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Λέοναρντ

Mισούσε τη λέξη "αυγή"
ο Λέοναρντ και μισούσε τη ζάχαρη στον καφέ
έπειτα βρήκε ένα υποκατάστατο όλων αυτών των ναρκωτικών
του έδωσε διάφορα ονόματα
καθώς δεν πίστευε στον έρωτα
κι έπειτα έπεσε πίσω από κάποιον τυχαίο φίλο να πνιγεί
για να παραβεί την γραφική γονεική συμβουλή
πάντως το υποκατάστατο του είχε φορτώσει μια ανεπιθύμητη διαλλακτικότητα
κι έτσι αποφάσισε να το κόψει και να αρχίσει να βάζει ζάχαρη
σίγουρα ο Λέοναρντ δεν ήταν σέξι
τί να τα κάνει τα υποκατάστατα
δεν ήταν σέξι, κάπου-κάπου επιχειρούσε να είναι αστείος
στο κρεβάτι προτιμούσε να γελάει, όπως θα 'λεγε ο Άντι Γουόρχολ,
δεν ήταν σέξι
και το υποκατάστατο -α! μα άγνωσται αι βουλαί- έβλεπε πάνω του πράγματα απίθανα
και μαρτυρούσε χαρίσματα που ένας θεός ξέρει που τα φαντάστηκε
έτσι ξαναέκοψε τη ζάχαρη στον καφέ
μια μέρα ομως το υποκατάστατο τον ζεμάτισε
σαν την ηλεκτρική καρέκλα, ούτε μπορούσε να αντέξει το ρεύμα αυτό που του έκαιγε τις φλέβες
και του τέντωνε τα νεύρα παράξενα, παράλογα, ανεπιτήδευτα, διαβολικά
μια μέρα, σου λέω, τον έκαψε
το κεφάλι του άχνισε
ο ήχος εύθυμου ταμπούρου, στον αέρα καπνοί
όλοι, Λέοναρντ, στο είχαμε πει:
name it

stain

Γοητείες θανάτων
τ' ανήμερα θηρία μου βροντούσαν τη πόρτα ρηχά
έξω στα αβαθή λακκάκια των βροχών
Γελούσα κι έκλαιγα
γιατί έβλεπα στο πλατύσκαλο τις μνήμες,
τα χνάρια των σκοτωμένων
κι όλοι σκοτώνονται στη διαδρομή
αυτός ήταν όλος-όλος ο νόστος
Γελούσα κι έκλαιγα
Έτσι τρεμόσβηνα τον αναπτήρα χωρίς να ανάβω τσιγάρο
μου έκαιγε ελαφρα βέβαια των δαχτύλων τους κόμπους
κι έτσι καθισμένος στο παράθυρο
αγνάντευα τα πόδια των περαστικών γυναικών
κι όταν τυς έδινα την ελάχιστη πραγματική προσοχή
Γελούσα κι έκλαιγα
γιατί έβλεπα στο σταυροδρόμι τα φευγαλέα τακούνια της
σαν τα εγκατέλειπε για μια ζώνη σφαίρες
κι έλεγε "Ω μα είναι για την Ελευθερία !"
κι όλοι σκοτώνται στη διεκδίκηση
ελεύθεροι και λαβωμένοι για πάντα
ύστερα ζύγωναν δυό πουλιά από το πουθενά
κοιτούσα τα μάτια τους που τους λείπαν τα βλέφαρα
κι έτσι πονούσα κι έκαιγα
για μια στιγμή μονάχα
τα ήμερα πρωινά

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Αποθήκη



Είπε: "Είμαι απλώς μια γυναίκα και σε ποθώ"
έπειτα της χάρισα λίγο λιτό χώρο στην αποθήκη
για να ταπεινώνεται
Έρχονταν λυσσασμένοι οι επισκέπτες
έτσι να την δουν λίγο να ουρλιάζει: "Σ'αγαπώ Λέοναρντ, μη μ'αφήνεις"
και ηδονίζονταν όσο περνούσε η ώρα και τη σφάγιαζαν οι πόνοι
από την έλλειψη ελέους
κι εγώ χαιρετούσα δια χειραψίας τους περίεργους
καθιστώντας πλαγίως σαφές πως εγώ είμαι ο ηθικός βασανιστής
Ένα απόγευμα με νίκησε δια παντός
ψιθύρισε "Θα φύγω, Λέοναρντ, αγαπημένε μου"
και έτριψε τη στενή χαρακιά που 'χε κάνει στο τραπέζι με το νύχι
Δυό πρωινά αργότερα χάθηκε
και δεν μου 'μεινε ούτε η χαρακιά, μα μονάχα η ανάμνηση της αλαζονείας μου
κι η κολακεία θα ήταν εντάξει, αν δεν με έκανε σκλάβο της ως το κόκκαλο
Ωστόσο πριν του τέλους ακόμη την ώρα επέμενε να με προσφωνεί "αγαπημένο της"
έτσι για να με σφαγιάζει μακρόθεν κι εκείνη

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Λ

Στερεύουν ολοένα τα αποθέματα
του Χάρου τα ονόματα απ' τις λίστες
τα δάχτυλα χορεύουν ζωηρά
πάνω στη φθορά του τζαμιού και στους χρήστες
όλες εκείνες οι κηλίδες αίματος
που κατηφορίζουν τα τσαλακωμένα μανίκια
πεταμένο φαί στα χαλίκια
τ' άφησαν φιλότιμοι για τα στερημένα παιδιά
μα πώς να μπαρκάρει η πόλη
αν δεν αλλάξει ο άνεμος, δεν πάμε πουθενά

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Ζητούσε..

Ζητούσε πάντα να τον αφήνουν να βαδίζει πάνω στη θάλασσα. Να τεντώνουν εκείνα τα αόρατα σκοινιά, παντοτινά. Κι έλεγε "θέε μου, παίρνε αυτές τις φθηνές αμαρτίες από πάνω μου κι άσε με, θεέ, να βογγάω σαν το σκυλί από αδυναμία ανθρώπινη, να υψώνομαι ανάλαφρα με βήματα ανεπαίσθητα, να συμπάσχω τη θέρμη εκείνη των μελλοθάνατων", έλεγε έτσι και για πάντα.

Ήρθαν κι άλλοι

Ήρθαν κι άλλοι.
Έτσι, άξαφνα έφτασαν με άλογα τρελαμένα.
Οι αστραποβροντές δεν λύγισαν τα γερασμένα μου παραθυρόφυλλα.
Τους είδα καθαρά στα μισοσκότεινα μέσα απ' τις γρίλιες.
Στο μυαλό μου ακούστηκε η ασφάλεια ενός σκουριασμένου σιδερικού.
Έπρεπε να καλύψω την κεφαλή.
Ή έστω να την κρύψω ανάμεσα στα πόδια μου.
Μα δεν την κάλυψα.
Και σαν έσπασαν την πόρτα
μου 'ριξαν δυο ματιές γεμάτες απορία και περιφρόνηση.
"Αυτό δα το κεφάλι πάντα συνηθισμένο στους βάρβαρους αέρηδες".
Δεν ήμουν σίγουρος.
Ίσως ήτανε η ώρα να κάμω το σταυρό μου.
Μα δεν τον έκανα.
Γιατί αυτό το κεφάλι
πάντα συνηθισμένο στους βάρβαρους αέρηδες.
Έπειτα άνοιξαν με τα νύχια τους μια τρύπα στον τοίχο.
Για να μπορούν τα τρένα τους να περνούν.
Λες και οι δικοί μου εφιάλτες άφηναν χώρο και για τρίτους.
Ίσως να έπρεπε τότε να ουρλίαξω.
Να κατεβούν τα δαιμόνια των γιορτών.
Να με σώσουν.
Θα με βεβήλωναν.
Όμως δεν ούρλιαξα.
Άλλωστε αυτή η κεφαλή πάντα συνηθισμένη
στην καταφρόνια των επιτυχών συμπτώσεων.
Σ' ολα τα μήκη της γης έβρεχε σιγανά.
Οι γυαλισμένες μπότες τους σύρθηκαν ως το κατώφλι
αφήνοντας πίσω όλο αυτό το βρεγμένο χώμα.
Πάντα κάτι μένει.
Κάπου βέβαια ξέχασαν να με σκοτώσουν σα σκυλί
πράγμα ταιριαστό για μια τέτοια βρόχινη νύχτα.
Κι αυτό το κεφάλι, όπως το τραγούδι θα ΄λεγε,
ήταν γεμάτο χρυσάφι.
Μα δεν άξιζε τίποτα.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

not a dumb

I'm not a dumb
Those birds flaw a circle around their heads
The cup turned itself to dry
Some liquid sense of death sticks between my fingers
It's might wrong, who knows?
And those knees, they were waiting for a next life
but the guru made off with my money
and whole his fortune-telling charisma
however, roads became too wide
so i could get lost in a second
so i could find my self fortunately unable
and that smell of success
it couldn't even make me instantly high
he's found in a mess
and that famous direction to everywhere has arrived to a pointless meaning note
they're wide enough for a human
they're wide enough and i'm not a dumb
and Saturday nights he used to play his life in cards
and every dawn he spends his material success in a love lottery
where you can buy nothing but love pieces
and flesh pieces and vulgary broken bones
where your money can't buy a shit
they can't buy even a needless shit
and you're coming back home
and you've lost your life for paper kings and queens
who find theirselves so easy to be absent
and while counting fingers you cannot find
a better game to be spread
three nights before i've listened your lullaby by luck
as i was driving along the central avenue
it's been a lifetime
since those three days before
no same thing can be recognized
and i was driving a car along the central avenue
i'm a walker no more
trees on the pavement are just a grey mass
they don't smell, they don't narrate, they don't make a man longed to recall
i may am a bastard
but i am not a dumb

Faithless

How i prayed for a loss
from which everything can begin like a string
where Fairies enfold a possible tomorrow
but their will stays untold
'till the end of the line
Let Thiseus die with the wet sun of a morning
lovers' hearts are timed to be broken
once
is this the time for?
is this the twist?
i'm still praying
through all this defeat
faithless but consistent
i'm still praying in a God
sated by the toiled hands of a little girl
somewhere in a chinese factory
where he finds the birth of his existence
and there's no eternal hope
in a mortal soul

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Lie tO mE

Έφευγε
κι αγκαλιαζόταν από απελπισμένα χέρια,
έφευγε.
Έφευγε διωχθείς
κι αναλωνόταν μέρα με τη μέρα,
έφευγε.
Τα πρόσωπά τους μένουν στην μνήμη
σαν δυό ακίνητες φωτογραφίες φερμένες από το "κάποτε"
αναίσθητη αναπνοή στ'άσπρο χιόνι
λόγια τόσο στερεμένα από υποσχέσεις πλάι σε χαράδρες
που δεν διστάζουν να ορκιστούν αιώνες
απλά
και ξεδιάντροπα.
Ο ήχος που έκαναν τα φτερά των πουλιών, οι πευκοβελόνες που κείτονταν
ξαπλωμένες σε νιφάδες χαμένες πια από χέρι, τα σφιγμένα χέρια με τα πλεγμένα δάχτυλα,
οι ψίθυροι που ακόμη ορκίζονται.
Κι εκείνη η αδυναμία του κόσμου
να κατανοήσει την ύπαρξη ενός σύμπαντος ανέγγιχτου από χέρι
ενός σύμπαντος, όπου η αγάπη ζει..
Αιώνια, όπως την θέλησαν οι όρκοι.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Μονόδρομος για τον Charlie

Το πρωί ξημερώνοντας, ήταν μια μέρα τόσο συνηθισμένη, σημαδεμένη εξ'αρχής από το τέλος της, χαραγμένη στο πρόσωπο σαν από κατάρας ατύχημα. Έσυρες τον αβάσταχτο εαυτό σου ως τον καθρέφτη του μπάνιου. Ακούμπησες με τις άκρες των δαχτύλων το πρόσωπο σαν πρωταντικρυσμένο. Και ξυρίστηκες. Όμως δεν ένιωθες. Έτρεχες τα ακροδάχτυλα στις παρειές, κοβόσουν ανεπαίσθητα με το ξυράφι και καθώς ξέπλενες την βεβαρυμένη ατμόσφαιρα από τα μάγουλα,δεν αισθανόσουν τίποτα. Παρά μόνο αυτό το πρωινό βάρος το ασήκωτο. Δεν έφευγε, το ξέρω,ήσουν δυστυχισμένος κι ούτε ήξερες Τσάρλι έναν τρόπο κι ούτε έβρισκες κάτι να του χαμογελάς. Όλα ήταν απλώς χλιαρά, Τσάρλι, το ξέρω,ήταν ασήκωτα. Τα πλήκτρα της γραφομηχανής δεν θύμιζαν πια γλυκιά μελωδία, είχαν γίνει μονότονα, μουγγά. Τσάρλι, σωπαίνεις, μην μου εξηγείς. Σ'άρεσε η βροχή, μα ήταν συνέχεια βροχερά. Σκίστηκε ο μέσα σου στα δυό, πόνεσε φρικτά, έπειτα έγινε σκληρός, δεν μιλούσε, δεν τραγουδούσε, δεν λαχταρούσε. Τσάρλι, σκίστηκε στα δυό, το ξέρω, μα μη μου δίνεις εξηγήσεις.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

παιδικούλιε

quelques brèves fois
ο διάβολος έκανε μάτια γλυκά
en le reve de Francois
μπαινεί στη ντουλάπα, το λέει στη μαμά
à l'heure du déjeuner
ο φοβός του ανάβει σαν μη ελεγχόμενο καλοριφέρ
maman j'ai très de peur
υπάρχει ο διάβολος και ο Δρακουμέλ
en soir grands ils deviennent
με δόντια μεγάλα και περιβολές
Maman rit rassurante
πριν πέσεις για ύπνο πολύ να γελάς
le bruit et le diable passe vite
δεν έχεις εγκέφαλο ούτε για ντιπ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Το δηλητήριο

Το δηλητήριο ήταν
η γιατρεία
κι έτσι την κράτησε για χρόνια
την χειροβομβίδα του θανάτου
πάνω από το χρυσό του κεφάλι
πασχίζοντας για ένα κομμάτι
αιωνιότητας.

Κι έτσι κράτησε
το γαρύφαλλο
στα ματωμένα χέρια του
πάνω από τις αηδιαστικές επιθυμίες
ανθρώπινες ως το κόκκαλο
συγκράτησε μια αόριστη μυρωδία

Το δηλητήριο ήταν
η γιατρεία
απόψε θα ζήσει για πάντα.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009



Μελετώ την επιστροφή
αδημονώντας
για ένα αύριο ανεξακρίβωτο
που θα περάσουν αιώνες και μέρες
και λίγες ατέλειωτες ώρες
για να επιβεβαιωθεί
Μελετώ όπως χθές
με τη θέρμη που κρύβουν ακόμη
τα ακροδάχτυλα των άκαμπτα νεκρών εραστών
όπου δεν υπάρχει χρόνος να γυρίσει πίσω
δεν υπάρχει προοπτική αναίρεσης
παρά ένα φύσημα αέρα και σκόνης
και εδώ μελετώ
ίσως χωρίς διπλανό στα χαρτιά μου
με τα χέρια ψηλά κι εκείνο το μπλε κασκόλ
που κάποτε ξέμεινε πάνω μου
φερμένο από ξένο αυχένα
που πια δεν τον θυμάμαι
Και δεν θυμάμαι τίποτε πια παρά τη μυρωδιά
εκείνων των ημερών
δεν θυμάμαι τα πρόσωπα που καταπίνονται
μη διστάζοντας να φανούν εύκολα
στην λήθη και τους εγωισμούς
και δεν θυμάμαι τα χέρια
μα εκείνη η θέρμη από τα νεκρά ακροδάχτυλα
που ζωντανεύουν την πύρινη ανάμνηση
κατάφωτη από την αμαρτία
γι'αυτό γλυκιά
Μελετώ την επιστροφή
αδημονώντας
για ένα αύριο ανύπαρκτο
για μια ελπίδα που απόσπαρτάρισε
ξεστρατώντας από όσα οι Μοίρες όρισαν
μελετώ την επιστροφή

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Τα ΚΤΕΛ των συγγραφέων






Έπεσε
στα απελπισμένα γόνατα του Θεού
η προσευχή
και κρεμάστηκε
με χέρια τρεμάμενα θολά
οι μνήμες ρίζωσαν
τα πουλιά πάγωσαν στην πτήση τους
η φωνή ζεστάθηκε. Έπειτα
ξύπνησαν ο ένας στα χέρια του άλλου
αφαίμαξε
το χρώμα των ματιών του
τα μυστικά έτοιμα να εκραγούν
προφυλαγμένα στη σιωπή.
Ο δαίμονας
που παρασιτεί στο στήθος,
στα τρεμάμενα χέρια και στα δάκρυα,
πόσο πεινούσε απόψε για μαρτύριο.
Έξω από τη μαρμάρινη αίθουσα του δικαστηρίου
ο βαρδάρης μετακίνησε λίγο το τοπίο,
τα φύλλα των δέντρων
και τις σκιές των πουλιών.
Μια νύχτα που κύλησε και χάθηκε
μια πρόδρομη σκέψη
που επέζησε
τα δάχτυλα που γλίστρησαν ανάμεσα σε δάχτυλα
μια υπόσχεση καθόλου εφικτή,
μια εγγύηση που ψεύδεται ασύστολα.
Απόψε, εχθές, μεθαύριο.
Αγαπώ.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

τικ

Σ' έχω απογοητέυσει.
Στις σκόρπιες κορυφές
τ' ανέγγιχτα, τ'απλησίαστα
σκαρφάλωσα
τα αστέρια έπεσαν σε μια στιγμή
δεν υπήρχε μυρωδιά γιασεμιού στα ποτήρια
κι η εξαναγκαστική νηφαλιότητα
πονούσε τόσο τις αισθήσεις.
Ένα πρωί
με ένπιξε η δίνη του λικέρ
σ'ενα ποτήρι ραγισμένο από φωνές
εχθές γελούσαν ή έκλαιγαν οι επάιτες
μα είχε πάντοτε τις ίδιες επιπτώσεις
κι όταν η πόλη άδειαζε
οι συνοικιές ξέβραζαν την νεκρική προσπάθεια
για λιγοστή συμπάθεια
και για χέρια πιασμένα σφιχτά σαν δεμένα
όμως κανείς δεν ήξερε
σαν πέρασε ο καιρός κι έμεινε μόνο η διήγηση στην παράδοση
αν ήτανε απλά μύθου αίνιγμα..